Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

14 Μαρτίου μνήμη Ευαγόρα Παλληκαρίδη


Στις 14 Μαρτίου 1957 ,20 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα  ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης περνάει στο Πάνθεον των ηρώων. Ήταν μόλις 19 ετών που οι Άγγλοι αποικιοκράτες απαγχόνισαν τον Ευαγόρα. Γεννημένος το 1938  στο χωριό Τσάδα της επαρχίας της Πάφου ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά του Μιλτιάδη Παλληκαρίδη,τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και μετά φοίτησε στο  Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου.

Την 1η Ιουνίου του 1953 παραμονή για το εορτασμό της στέψεως της βασίλισσας της Αγγλίας ,οργανώνεται μαθητική διαδήλωση ,αστυνομία και στρατός κινητοποιούνται για να την διαλύσουν,οι μαθητές μονάχα με πέτρες αντιμέτωποι με ρόπαλα, ασπίδες και κράνη ενός καλά εκπαιδευμένου στρατού.Ο δεκαπεντάχρονος ακόμα τότε Ευαγόρας σκαρφαλώνει σε μια από τις κολόνες των προπυλαίων του γυμναστηρίου της πόλης και κατεβάζει την αγγλική σημαία και την παραδίδει στο πλήθος, οι Άγγλοι εξοργίζονται η σύγκρουση παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις που είχε σαν αποτέλεσμα την αναβολή της εκδηλώσεως των Άγγλων στην Πάφο.Τον Γενάρη του '55 συνελήφθη μαζί με άλλους γιατί 
επιτέθηκαν και ελευθέρωσαν το πλήρωμα του πλοίου «Άγιος Γεώργιος», του οποίου οι ναυτικοί είχαν συλληφθεί από τους Άγγλους επειδή μετέφεραν όπλα,ήταν η πρώτη καταδίκη του Ευαγόρα.Με την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ συμμετείχε στην Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ όπου κύριο μέλημα τους ήταν η αναγραφή συνθημάτων και η οργάνωση μαθητικών συλλαλητηρίων, σε ένα από αυτά στις 17 Νοεμβρίου του 55 συνελήφθη γιατί επιτέθηκε σε 2 Άγγλους στρατιώτες που ξυλοκοπούσαν αγρία το μαθητή Λουκά Πετρίδη.Ορίστηκε η δίκη του για της 6 Δεκεμβρίου ,παραμονή της δίκης αποφασίζει να φύγει και να βγει στα βουνά μαζί με τους άλλους αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Αφού παίρνει την ευχή του πατέρα του περνάει και από το σχολείο του και αφήνει στη έδρα ένα χαρτί με τα παρακάτω λόγια 

«Παλιοί συμμαθηταί, Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά, Θα πάρω μονοπάτια,
Να βρώ τα σκαλοπάτια Που παν στη Λευτεριά.
Θ' αφήσω αδέρφια, συγγενείς, τη Μάνα, τον Πατέρα,
μεσ' στα λαγκάδια πέρα, και τις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη λευτεριά, θα 'χω παρέα μόνη,
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα 'ρθει το καλοκαίρι,
τη Λευτεριά να φέρει,σε πόλεις και χωριά.
Μα δεν μπορώ να καρτερώ. Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
Θα πάρω μονοπάτια, Να βρώ τα σκαλοπάτια
Που παν στη Λευτεριά. Τα σκαλοπάτια θ' ανεβώ,
θα μπω σ' ένα παλάτι, το ξέρω θα 'ν' απάτη,
δε θα 'ναι αληθινό. Μες το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω το θρόνο βασίλισσα μια μόνο
θα κάθεται σ' αυτόν. Κόρη πανώρια, θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου και πάρε με κοντά σου,
Μονάχ' αυτό ζητώ.
Γεια σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ' βρει εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης».  
 Για ένα χρόνο ο Ευαγόρας συμμετέχει σε διάφορες μάχες με του Άγγλους όπως στην μάχη στη Κινούσα στο Στρούμπι και σε άλλες πόλεις ,οι Άγγλοι των επικηρύσσουν με το τεράστιο για την εποχή ποσό των 5000 λιρών.Στις 18 Δεκεμβρίου συλλαμβάνεται καθώς μετέφερε όπλα και τρόφιμα.για τις επόμενες μέρες περνά από ανάκριση όπου περιλαμβάνει ξυλοδαρμούς και ορούς της αλήθειας από τους <<ευγενείς Άγγλους>>.Στη  δίκη ο δικαστής Σω όταν το ρώτησε τι έχει να πει για να μην καταδίκασθει σε θάνατο ο Ευαγόρας του απάντησε << Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε.. Εκείνο το οποίο έχω να πω είναι τούτο: ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την ελευθερία του. Τίποτα άλλο>> Λίγο μετά τα μεσάνυχτα απαγχονίστηκε .Στη μια το το βράδυ έγινε και η κηδεία του στα φυλακισμένα μνήματα. Το μεσημέρι της 14ης Μαρτίου ο ραδιοφωνικός σταθμός Λευκωσίας μετέδωσε το συγκλονιστικό ποίημα του  Φώτη Βαρέλη 

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ' άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
- Παρόντες όλοι;
- Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
- Παρόντες, λέει ο δάσκαλος. Και με φωνή που τρέμει:
- Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ' αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.
- Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα,
πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα 'πε κι απλώθηκε σιωπή πα' στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ' εκείνο τ' αδειανό, παντοτινά γεμάτο.

Η εκτέλεση του προκάλεσε την παγκόσμια κατακραυγή και κινητοποίηση κατά των Άγγλων αποικιοκρατών, που απέτρεψε τον απαγχονισμό 26 άλλων αγωνιστών που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο.


Γιάννης Λ.